ζήλος

ὁ ζήλος 1. рвение, соревнование; 2. ревность

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ζήλος" в других словарях:

  • ζῆλος — jealousy neut nom/voc/acc sg ζῆλος jealousy masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ζῆλος — jealousy masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζήλος — Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν γιος του Πάλλαντα και κόρης του Ωκεανού, αδελφός της Νίκης, του Κράτους και της Βίας. Ήταν προσωποποίηση της φιλεργίας. Μαζί με τους αδελφούς του, καθόταν πάντα κοντά στον Δία. * * * (I) ο (AM ζῆλος, ὁ και ζῆλος, τό, Α… …   Dictionary of Greek

  • ζήλος — ο 1. μεγάλη προθυμία: Επέδειξε πρωτοφανή ζήλο. 2. ενδιαφέρον: Δεν πήρα την υπόθεση με ζήλο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ζήλω — Ζῆλος jealousy masc nom/voc/acc dual Ζῆλος jealousy masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ζῆλοι — Ζῆλος jealousy masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ζῆλον — Ζῆλος jealousy masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ζήλοιο — Ζῆλος jealousy masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ζήλοις — Ζῆλος jealousy masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ζήλου — Ζῆλος jealousy masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ζήλους — Ζῆλος jealousy masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.